16 Δεκεμβρίου 2025

Μάρκος Βαμβακάρης, ο μέγιστος των Ελλήνων τραγουδοποιών.


Δανείζομαι εν μέρει τον τίτλο από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Διονύση Σαββόπουλου "Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα", που εκδόθηκε αρχές του 2025, λίγους μήνες δηλαδή πριν από το θάνατό του. Κάπου γράφει ο Σαββόπουλος: "Στο “Ροντέο” έπαιξε για τελευταία φορά ο βάρδος όλων των τραγουδοποιών, ο Μάρκος Βαμβακάρης. Ήταν ένα ανοιξιάτικο βραδάκι του ᾿71. Κάθισε σ᾿ ένα ψάθινο καρεκλάκι, ήταν πολύ ταλαιπωρημένος πια, και τραγούδησε μόνος με το τρίχορδο του τα αριστουργήματά του, έχοντας πλάι του τον Στέλιο Κηρομύτη. Μας είχε σηκωθεί η τρίχα. Έναν χρόνο μετά, βρεθήκαμε όλοι στην κηδεία του για τον τελευταίο χαιρετισμό στον βάρδο"

Αυτός ήταν λοιπόν ο Μάρκος, ο "βάρδος όλων των τραγουδοποιών" κατά Σαββόπουλο, ο μέγιστος των Ελλήνων τραγουδοποιών, λέω εγώ. Γιατί τι σημαίνει τραγουδοποιός; Είναι ο άνθρωπος που κάθεται με μια κιθάρα, ένα μπουζούκι, ένα πιάνο, ένα μουσικό όργανο τέλος πάντων, και αποτυπώνει τα αισθήματά του και τα προσωπικά του βιώματα με στίχους και μουσική, τραγουδώντας ο ίδιος τα δημιουργήματά του.

Ο Βαμβακάρης σίγουρα δεν είναι ο πρώτος που το έκανε αλλά είναι αυτός που καθιέρωσε και "απογείωσε" αυτή τη μορφή της προσωπικής δημιουργίας. Ο Σαββόπουλος ήταν αυτός που την ξαναέφερε στο προσκήνιο τη δεκαετία του '60, για να ακολουθήσει στη συνέχεια ολόκληρη "σχολή" των νεότερων Ελλήνων τραγουδοποιών, ξεκινώντας από τον Βαγγέλη Γερμανό και φτάνοντας στον Πορτοκάλογλου, τον Μάλαμα, τον Μαχαιρίτσα και πολλούς άλλους...
Ο Βαμβακάρης θεωρείται (και δικαίως) ο "πατριάρχης" του ρεμπέτικου τραγουδιού. Γιατί όμως είναι τόσο σημαντική η παρουσία του και, κυρίως, γιατί τα τραγούδια του εξακολουθούν να αρέσουν τόσο πολύ, σχεδόν 100 χρόνια μετά τη δημιουργία τους; Έχουν γραφτεί τόσα πολλά και καλά κείμενα για τον Μάρκο που ίσως ελάχιστη σημασία έχει να εξηγήσω και να επαναλάβω τα αυτονόητα. Προσωπικές σκέψεις και συναισθήματα θα καταθέσω λοιπόν.

Βιογραφικά: Γεννήθηκε στην Σύρο το 1905 από οικογένεια "Φραγκοσυριανών", καθολικών δηλαδή στο θρήσκευμα Συριανών και βρέθηκε στον Πειραιά γύρω στα 1920, στα 15.  Εκεί έκανε διάφορα επαγγέλματα για να βιοποριστεί, και για 10 χρόνια περίπου από το 1925 έως το 1935 ως εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία Πειραιώς και Αθηνών. Συγχρόνως, σε ηλικία μόλις 18 ετών, παντρεύτηκε την Ελένη Μαυροειδή, την "Ζιγκοάλα" όπως την αποκαλούσε ο ίδιος. Ο γάμος αυτός αποδείχτηκε ατυχέστατος και έμελλε να του δημιουργήσει πολλά προβλήματα, προσωπικά και οικονομικά στο μέλλον.
Το 1924 άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του μπουζούκι (από τον Νίκο Αϊβαλιώτη) και το γεγονός αυτό κυριολεκτικά του άλλαξε τη ζωή. Τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε από αυτό ώστε έβαλε σκοπό της ζωής του να μάθει μπουζούκι και μέσα σε λίγους μήνες είχε γίνει ένας από τους καλύτερους αυτοδίδακτους μπουζουξήδες. Συγχρόνως άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Το 1933 ηχογράφησε, μετά από παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, το πρώτο του τραγούδι, το "Καραντουζένι" (στην πίσω πλευρά του δίσκου υπήρχε ένα σόλο ζεϊμπέκικο το "Αράπ"). Η επιτυχία που σημείωσε ο δίσκος άνοιξε ουσιαστικά μια νέα εποχή, αφού έκτοτε ξεκίνησαν πολλοί μεγάλοι συνθέτες του ρεμπέτικου όπως ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Σπύρος Περιστέρης και ο Παναγιώτης Τούντας να κάνουν ηχογραφήσεις συνοδεία λαϊκής ορχήστρας με μπουζούκια. Το 1934 δημιούργησε, μαζί με τους Γιώργο Μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή και Ανέστο Δελιά την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία στην Ελλάδα, δηλαδή την πρώτη ορχήστρα αποκλειστικά με μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Ήταν η περίφημη "Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς". Μέχρι τότε στις λαϊκές ορχήστρες κυριαρχούσε το βιολί, το ούτι και το σαντούρι και το μπουζούκι, αν και γνωστό, είχε δευτερεύοντα ρόλο, σαν όργανο συνοδείας.  Δημιουργήθηκε ουσιαστικά ένα νέο είδος τραγουδιού, το ρεμπέτικο, το οποίο έμελλε να κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες. Το λαϊκό αυτό σχήμα, αν και βραχύβιο, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα πορεία, τόσο του Μάρκου, όσο και του ρεμπέτικου τραγουδιού γενικότερα.
Η πιο παραγωγική περίοδος του Βαμβακάρη είναι η περίοδος λίγο πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν έγραψε και τραγούδησε τα περισσότερα από τα τραγούδια που σήμερα πλέον θεωρούνται κλασικά.  Μεταξύ άλλων, το 1935 έγραψε και φωνογράφησε τη «Φραγκοσυριανή» (το γνωστότερο ίσως τραγούδι του, το οποίο όμως έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία 25 χρόνια αργότερα με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση). Ο ίδιος αφηγείται για τη δημιουργία του τραγουδιού:

Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:
Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου 'χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά...

Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή.


Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πέθαναν αρκετοί από τους καλλιτέχνες του ρεμπέτικου, όπως ο Τούντας, ο Σκαρβέλης, ο Παπάζογλου, ο Γιοβάν Τσαούς καθώς και ο στενός συνεργάτης και φίλος του Μάρκου, ο Ανέστος Δελιάς. Ο Βαμβακάρης κατάφερε να επιβιώσει και μάλιστα το 1942 έκανε δεύτερο γάμο, με την Ευαγγελία Βεργίου, με την οποία απέκτησε  πέντε παιδιά (δύο εκ των οποίων πέθαναν και, από τ' άλλα τρία, τον Βασίλη, τον Στέλιο και τον Δομένικο, οι δύο τελευταίοι έγιναν γνωστοί μουσικοί). Ο γάμος αυτός υπήρξε αφορμή να αφοριστεί ο Βαμβακάρης από την Καθολική Εκκλησία, γιατί παντρεύτηκε με ορθόδοξο γάμο (ωστόσο ο αφορισμός αυτός ήρθη το 1966).
Μετά την Κατοχή και κατά την περίοδο 1948-1959 ο Βαμβακάρης περνάει δύσκολες στιγμές καθώς η ελληνική μουσική βιομηχανία θεωρεί τον "γενάρχη" του ρεμπέτικου ξεπερασμένο και αναζητά νέους μουσικούς δρόμους στο λαϊκό τραγούδι με την εισαγωγή των περίφημων "ινδικών" ή "ινδοπρεπών" ήχων και μελωδιών. Οι δισκογραφικές εταιρείες δεν τον καλούν πλέον να ηχογραφήσει και τα νυχτερινά μαγαζιά του γυρίζουν την πλάτη, προωθώντας νέους, "φρέσκους" καλλιτέχνες.
Είναι χαρακτηριστικό της περιθωριοποίησης που βίωσε τότε το παρακάτω βίντεο- απόσπασμα από την ελληνική ταινία "Νόμος 4000" του Γιάννη Δαλιανίδη (1962) όπου εμφανίζονται ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Στράτος Παγιουμτζής ως... κομπάρσοι. Ο Μάρκος κάνει πως παίζει ένα μπουζούκι (ίσα που χτυπάει τις χορδές με τον... αντίχειρα) ενώ ο Στράτος δίπλα του γρατζουνάει έναν μπαγλαμά. Το ύφος με το οποίο κοιτάζει ο Μάρκος την τραγουδίστρια είναι "όλα τα λεφτά" και μιλάει από μόνο του. 

Ωστόσο, από τα τέλη της δεκαετία του '50, αλλάζει σιγά-σιγά αυτό το κλίμα, καθώς η δισκογραφική εταιρεία  Columbia,  μετά από πρωτοβουλία του Βασίλη Τσιτσάνη, αναλαμβάνει να κυκλοφορήσει παλιές επιτυχίες του Μάρκου σε νέες ηχογραφήσεις με κορυφαίους τραγουδιστές της εποχής, όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέυ, η Άντζελα Γκρέκα κ.ά. Η νέα, πλούσια ενορχήστρωση και η συγκλονιστική ερμηνεία του Μπιθικώτση, "απογειώνουν" τη "Φραγκοσυριανή", τις "Βεργούλες" και τα "Ματόκλαδα" και φέρνουν πάλι στο προσκήνιο τον Μάρκο και τα τραγούδια του. Έτσι, από το 1960 και μετά, ξεκινά ουσιαστικά μια δεύτερη καριέρα του Βαμβακάρη στη δισκογραφία και στα νυχτερινά κέντρα.   

Ο Μάρκος έφυγε από τη ζωή στις 8 Φεβρουαρίου 1972, σε ηλικία 67 ετών, προδομένος από τα πολλαπλά προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Την επομένη κηδεύτηκε στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Το έργο του Βαμβακάρη: Τα ηχογραφημένα τραγούδια του Βαμβακάρη υπερβαίνουν τα 200. Η πλειοψηφία ηχογραφήθηκε σε δίσκους 78 στροφών μεταξύ των ετών 1933 και 1956. Από το 1932 μέχρι το 1960 ηχογράφησε 149 τραγούδια δικής του συνθέσεως και 220 ως ερμηνευτής (131 δικά του και 89 άλλων δημιουργών), μεταξύ των οποίων συνθέσεις του Σπύρου Περιστέρη (30 τραγούδια), του Βασίλη Τσιτσάνη (24 τραγούδια), του Απόστολου Χατζηχρήστου (7 τραγούδια) και άλλων. Πολλά από τα τραγούδια του έχουν γνωρίσει πάμπολλες επανεκτελέσεις από νεότερα σχήματα και κομπανίες ενώ πολλά επίσης έχουν διασκευαστεί. 
Αυτό που είναι μοναδικό και αξιοθαύμαστο στον Βαμβακάρη είναι το γεγονός πως ένας άνθρωπος, χωρίς να γνωρίζει μουσική, με ελάχιστη μόρφωση και εντελώς αυτοδίδακτος οργανοπαίχτης κατάφερε και έγραψε όλα αυτά τα τραγούδια (μουσική και στίχους) που σήμερα θεωρούνται κλασικά και ανεπανάληπτα "διαμαντάκια" της λαϊκής μας μουσικής. Ο Μάρκος είχε πηγαίο ταλέντο λαϊκού δημιουργού και μια μοναδική ευκολία στο να γράφει στίχους και να τους μελοποιεί μόνος του, πάνω στο μπουζούκι του.
Οι περισσότερες από τις μελωδίες του είναι απλές, "εξοργιστικά" απλές θα έλεγε κανείς. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είναι από τις μελωδίες που έστω και μια φορά να τις ακούσεις σου τυπώνονται στο μυαλό και αρχίζεις να τις επαναλαμβάνεις και να τις σιγοτραγουδάς. Οι περισσότεροι αρχάριοι στο μπουζούκι με τραγούδια του Μάρκου ξεκινάνε να μαθαίνουν το όργανο, γιατί τα μουσικά του μοτίβα είναι απλά και ευκολόπαιχτα. 
Την ίδια "συνταγή" ακολουθούν και οι στίχοι. Στίχοι απλοί, για απλά, καθημερινά πράγματα και αισθήματα. Κάποια στιχουργικά μοτίβα θυμίζουν έντονα δημοτικό τραγούδι. Οι στίχοι του Μάρκου έχουν σαφείς επιρροές από τη δημοτική μας ποίηση:
"Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά" γράφει ο Μάρκος, "μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, ζωντανό με τρων τα φίδια" λέει το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι. 
 Ο έρωτας, το παράπονο του πληγωμένου και απατημένου εραστή (παίζει πολύ στους στίχους του Μάρκου, λόγω και των προσωπικών του βιωμάτων με την πρώτη γυναίκα του), ο κόσμος της δουλειάς και του μεροκάματου, τα μεράκια της ταβέρνας και του τεκέ, ο κόσμος της "μαγκιάς", του περιθωρίου και της φυλακής κλπ. Ο Μάρκος έζησε όλη του τη ζωή σαν γνήσιος λαϊκός άνθρωπος, δεν μπήκε ποτέ στα "σαλόνια", δεν έγινε ποτέ "κύριος" και "καθωσπρέπει". Από αυτόν τον κόσμο της φτωχολογιάς και του περιθωρίου και από τα προσωπικά του βιώματα αντλεί τα θέματά του και δημιουργεί.
Το ίδιο απλός και λιτός είναι και στην ερμηνεία του τραγουδιού. Το παίξιμο στο μπουζούκι είναι "δωρικό" και δυνατό, χωρίς ιδιαίτερους χρωματισμούς και το τραγούδι βγαίνει φυσικά και αβίαστα. Ο Μάρκος, παρ' όλο που αντικειμενικά δεν ήταν ιδιαίτερα καλλίφωνος, απέδωσε έξοχα, με τον δικό του τρόπο και με την πολύ χαρακτηριστική, βαριά χροιά της φωνής του τα τραγούδια του, δίνοντάς τους ξεχωριστό χαρακτήρα.
  
Σε κάποια τραγούδια του γίνεται ιδιαίτερα τρυφερός και ερωτικός:

Κάνω την τσάρκα μου περνώ
για σε μικρό μελαχρινό,
από τη γειτονιά σου
για τα γλυκά τα μάτια σου
και για την εμορφιά σου.

Νόστιμο μικρό τρελό μου,
μάγκικο μελαχρινό μου.
(Νόστιμο, τρελό μικρό μου)

Γυρνούσα και σ’ αντίκριζα
ψηλά στα παραθύρια
και τότες πια καμάρωνα
τα δυο σου μαύρα φρύδια

Επήγες σ’ άλλη γειτονιά
και εγώ τρελός γυρίζω
με παίρνει το παράπονο
κι ανώφελα δακρύζω
(Τα μπλε παράθυρα)

Μεταξύ άλλων έχει γράψει και την ωραιότερη ίσως λαϊκή καντάδα που έχει γραφτεί ποτέ, το "Θά 'ρθω να σε ξυπνήσω":

Άλλοτε πάλι ταιριάζει όμορφα στίχο και μουσική για να περιγράψει τον εαυτό του και τη ζωή του, στον κόσμο της μαγκιάς:

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά
εμένα μ' αγαπούνε
μόλις θα μ' αντικρίσουνε
θυσία θα γενούνε.

Θα κλείσω με δύο εκτελέσεις τραγουδιών από τη "δεύτερη περίοδο" του Μάρκου, αυτή της δεκαετίας του '60. Το πρώτο είναι το τραγούδι "Τα ματόκλαδά σου λάμπουν" είναι του 1960 και έχει χαρακτηριστεί, δικαίως, ως ένα από τα αριστουργήματά του. Στην εισαγωγή ο Μάρκος παίζει ένα καταπληκτικό ταξίμι και το τραγουδάει συγκλονιστικά ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης:


Το δεύτερο, οι περίφημες "Βεργούλες" ("Τα δυο σου χέρα πήρανε", ο κανονικός τίτλος) είναι παλιότερο, του 1939. Ο Βαμβακάρης το τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση μαζί με τον Απόστολο Χατζηχρήστο. Είκοσι χρόνια μετά, το 1959, το παρουσίασε με μία εντελώς νέα ενορχήστρωση και διασκευή ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Αυτή η δεύτερη εκτέλεση του Μπιθικώτση έμελλε να γίνει τεράστια επιτυχία και αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα από τα πιο εμβληματικά ζεϊμπέκικα: 



 Ο Μάρκος "έφυγε" πριν από 53 χρόνια. Τα τραγούδια του όμως παίζονται, τραγουδιούνται και χορεύονται ακόμα. Έχουν ταυτιστεί διαχρονικά με τον Έλληνα και τη διασκέδασή του. Και είναι καταπληκτικό το πώς νέοι καλλιτέχνες, κομπανίες με νέα παιδιά, αγαπάνε, παίζουν και τραγουδάνε τα τραγούδια του Βαμβακάρη.
Και θα συνεχίσουν να ζουν και να μας μαγεύουν για πολλά χρόνια ακόμα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς 2026 (Η Πρωτοχρονιά του Κακομοίρογλου)

  ΚΑΛΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ 2026 Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά έβδομος χρόνος στη σειρά με Κούλη στο τιμόνι μαύρο φίδι που μας ζώνει. Με σκάνδαλα κι υπ...